περιτρέχω


περιτρέχω
бегу кругом, обегаю

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "περιτρέχω" в других словарях:

  • περιτρέχω — run round and round pres subj act 1st sg περιτρέχω run round and round pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιτρέχω — ΝΜΑ 1. τρέχω, περιστρέφομαι γρήγορα γύρω από κάτι 2. τρέχω προς όλες τις κατευθύνσεις, τρέχω εδώ κι εκεί 3. διαδίδομαι παντού αρχ. 1. τρέχοντας περικυκλώνω («τὸν δὲ βληθέντα περιέδραμεν ὅμιλος», Ηρόδ.) 2. (για τον Ωκεανό) περιζώνω, περιβρέχω 3.… …   Dictionary of Greek

  • περιτρέχετε — περιτρέχω run round and round pres imperat act 2nd pl περιτρέχω run round and round pres ind act 2nd pl περιτρέχω run round and round imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιδεδράμηκεν — περιτρέχω run round and round perf ind act 3rd sg περιτρέχω run round and round plup ind act 3rd pl (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιδραμόντα — περιτρέχω run round and round aor part act neut nom/voc/acc pl περιτρέχω run round and round aor part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιδραμόντων — περιτρέχω run round and round aor part act masc/neut gen pl περιτρέχω run round and round aor imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιδράμετε — περιτρέχω run round and round aor imperat act 2nd pl περιτρέχω run round and round aor ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιδέδρομε — περιτρέχω run round and round perf imperat act 2nd sg περιτρέχω run round and round perf ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιδέδρομεν — περιτρέχω run round and round perf ind act 3rd sg περιτρέχω run round and round plup ind act 3rd pl (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιθρέξαι — περιτρέχω run round and round aor inf act (epic) περιθρέξαῑ , περιτρέχω run round and round aor opt act 3rd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιθρέξῃ — περιτρέχω run round and round aor subj mid 2nd sg (epic) περιτρέχω run round and round aor subj act 3rd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)